Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Ενός λεπτού σιγή για ένα μαθητή που δίνει πανελλήνιες

 

Το νέο έτος φτάνει σιωπηλά, με

όνειρα και φόβο,

κι οι Πανελλήνιες πλησιάζουνε

βαραίνουνε τον δρόμο.

Στο θρανίο σκύβω κουρασμένος, το

άγχος μού μιλά,

μα μέσα μου μια φλόγα καίει, δε

σβήνει, προχωρά.

 

Οι σελίδες γίνονται βουνά, οι ώρες

μετρημένες,

μα κάθε κόπος κρύβει φως, στιγμές

δικαιωμένες.

Δεν είναι μόνο εξετάσεις, είναι μια

αρχή,

ένα βήμα προς τα όνειρα, μια νέα μου

ζωή.

 

Ας φέρει η νέα χρονιά κουράγιο και

ψυχή,

πίστη στον εαυτό μου και δύναμη

κρυφή.

Κι αν το άγχος με λυγίσει, δε θα με

νικήσει αυτό,

γιατί παλεύω, προσπαθώ – κι αυτό

μετράει πιο πολύ. 

 

Πογιατζής Ιωάννης, Γανθ2

Στο κατώφλι του Εικοσιέξι

Σαν το πουλί που κελαηδά σε 

κλώνους χιονισμένους, και

χαιρετά τους περαστικούς

και τους λησμονημένους, έτσι

προβάλλει ο καιρός, η νέα η

χρονιά, να φέρει βάλσαμο γλυκό

σε κάθε μια γωνιά. Το 2026

μες στο χορό του μπαίνει,

σαν μια υπόσχεση παλιά, μα πάντα

ευλογημένη.

 

Κρατά στα χέρια του κρασί, κρατά

χρυσό σιτάρι, να μη μείνει κανείς

φτωχός, να μη χαθεί η χάρη. Να

σβήσουν τα παράπονα, να πάψουν

οι καημοί, κι η κάθε πίκρα να

χαθεί σ’ ένα βαθύ φιλί. Θα είναι

οι μήνες του ανθοί και οι στιγμές

του αστέρια, να μας κρατούν τη

συντροφιά, να μας κρατούν τα

χέρια.

 

Ας είναι η τύχη σύμμαχος σε κάθε μας

δρομάκι, να ρέει η χαρά μες

στην καρδιά σαν το κρυφό νεράκι.

Και το εικοσιέξι αυτό, το φωτεινό

σημάδι, να διώξει από τη σκέψη μας

το τελευταίο σκοτάδι. Υγεία

να 'χει η ανάσα μας και δύναμη η

ψυχή, να γίνει η κάθε μέρα μας

μια δροσερή ευχή.

 

Σαν έρθει η ώρα η καλή, η ώρα

η δοξασμένη, η πόρτα του νέου

του καιρού να 'ναι διάπλατα

ανοιγμένη. Να μπει το φως, να

μπει η ελπίδα, να μπει η ευτυχία,

να γράψουμε όλοι μαζί μια νέα

ιστορία. Με το «έξι» για φυλακτό

και το χαμόγελο στο βλέμμα,

καλώς να ορίσει η ζωή, στο πιο

γλυκό της ψέμα.

 

Καλαμόκεχρος Στέφανος, Γανθ1

 


Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Xριστός γεννάται σήμερον, εκτός πόλεως Βηθλεέμ

Xριστός γεννάται σήμερον, εκτός

πόλεως Βηθλεέμ

 

Στολίσαμε ξανά το ψηλό έλατο,

χίλιες και μια βελόνες,  πράσινες

και μυτερές, χαϊδεύουν τα

κατακόκκινα στολίδια

και τα φωτάκια συναγωνίζονται

 με το αστέρι, να δουν ποιο

αστράφτει πιο πολύ.

 

Τίποτα δε λείπει για ακόμη μια

φορά,

χίλιες και δυο μουσικές,

κάλαντα και τραγούδια γιορτινά,

ακούγονται σε πλατείες

και ο ουρανός με τα άστρα, σαν να

χαίρεται μαζί μας για το όμορφο

θέαμα.

 

Μα σαν τον παρατηρώ, το

χαμόγελο όλο στραβώνει,

χίλια και τρία δάκρυα

του πέφτουν, εδώ λέμε

«πεφταστέρια», στη γενέτειρα

λένε «βόμβες»

και απορώ: Ποιος ξέχασε να

τους πει ότι έχουν έρθει τα

Χριστούγεννα;

 

Τα δέντρα τους γυμνά και

κουρασμένα,

χίλια και τέσσερα λίτρα αίματος

χυθήκαν και πάλι, από ψυχές

αθώες, καθαρές

και φαίνεται πως ο Άη Βασίλης

δεν μπόρεσε να προσγειώσει το

έλκηθρο στα μέτωπα.

 

Τα παιδιά τους δεν τραγουδούν,

κλαίνε,

χίλιες και πέντε μέρες πολέμου,

χαμένες όλες οι ελπίδες για

ανακωχή 

και δεν έρχονται οι μάγοι με τα

δώρα, να τους δώσουν ένα πιάτο

φαγητό.

 

Και μεις γύρω από το τζάκι με τη

γιαγιά,

χίλιες και έξι φορές ακούμε την

ίδια ιστορία,

για ένα αστέρι που φανέρωσε

έναν σωτήρα

και αναρωτιέμαι: εκείνοι φέτος θα το δουν,

ή θα το κρύψουν οι

στάχτες και τα όπλα;

 

Ελένη – Μαρκέλλα Γαμβρέλλη, Β΄3